|
«Οι μόνες τιμές που γνώρισα / ήταν αυτές
των προϊόντων» αναφέρει στο πρώτο ποιητικό βιβλίο του ο
Δημήτρης Πορφυρής που έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά
προηγούμενων δημοσιεύσεων ποιημάτων του σε γνωστά
λογοτεχνικά περιοδικά όπως: «Οδός Πάνος», «Πλανόδιον»,
«Γράμματα και Τέχνες», «Θέματα Λογοτε-χνίας», κ.ά.
Κι αυτή δεν είναι μόνο η διαμαρτυρία ενός ποιητή απέναντι σε
μια «κυνονία εγω-προβάτων», αδερφοφάδας, ατομικισμού και
ομαδοποίησης, αλλά το μικρό «ουρλιαχτό», η ακαριαία κραυγή
απόγνωσης του τέλους, καθενός που η θυσία του θάβεται μαζί
με τον θυσιαζόμενο. Για να γίνει πιο αισιόδοξος στη
«(Συνέχεια)»: «κι αν μας περιφράξανε με τοίχους
κάτασπρους / σαν τ’ ακαθήλωτα δέντρα / πάνω από αυτούς θα
υψωθούμε». «Τα Απόκρυφα Ποιήματα»
είναι μια σειρά ιδεών η γεγονότων, προσωπικών ή κοινωνικών
που μένουν στο περιθώριο η ξεβράζονται νεκρά στην
«επιπόλαιη επιφάνεια», όπως: «ο τοίχος δεν έπεσε ποτέ
/ ηρώο πεσόντων έγινε / κι απέκτησε τιμές». Γι’ αυτόν,
«Ο πολεμικός χάρτης» είναι:
«Τα μέτωπα του
πολέμου σχεδιάστηκαν πάνω στα μέτωπα
των βρεφών. Νεογέννητα που πέθαναν
για μια πατρίδα που δεν θα γνωρίσουν ποτέ».
Ο Πορφυρής επαναφέρει στην ποίησή του τη
λησμονημένη Μπρεχτική πατρίδα, αυτήν που «με
αφορμή μιαν ερώτηση για την πατρίδα: μπορώ
να πεινάσω οπουδήποτε, έλεγε».
|