|
Το βιβλίο αυτό του Bohumil Hrabal αποτελεί
τον δεύτερο τόμο διηγημάτων που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις
μας και που μαζί με την συλλογή
«Ο Κόσμος το Αυτόματο»
συνιστούν την ενότητα διηγημάτων με γενικό τίτλο «Automat
Srét». Ο Μπόχουμιλ Χράμπαλ γεννήθηκε στο
Μπρνό της Τσεχοσλοβακίας στις 28 του Μάρτη του 1914.
Σπούδασε Νομικά μα φαίνεται πως δεν εξάσκησε ποτέ το
επάγγελμα του δικηγόρου ούτε ιδιωτικά ούτε σαν υπάλληλος.
Αντίθετα δούλεψε στα πιο διαφορετικά επαγγέλματα, τόσο τον
καιρό που σπούδαζε όσο και μετά. Έκανε υπάλληλος
συμβολαιογραφείου, αποθηκάριος, τηλεγραφητής,
σιδηροδρομι-κός, σκουπιδιάρης, εργάτης σε χυτήρια κλπ.
Με τη λογοτεχνία καταπιάνεται αρκετά αργά, απ’ το 1962, μα
γρήγορα επιβάλ-λεται και γίνεται ένας απ’ τους πιο
αγαπημένους συγγραφείς των Τσέχων. Έχει κιόλας ξεπεράσει τα
σύνορα της χώρας του και παντού αναγνωρίζεται σαν ένας απ’
τους πιο δυνατούς μεταπολεμικούς συγγραφείς.
Βασικό χαρακτηριστικό στο Χράμπαλ είναι το χιούμορ του, ένα
χιούμορ λαϊκό, γνήσια τσέχικο, πού μας θυμίζει πολύ συχνά το
μεγάλο Χάσεκ, τον πατέρα του «Καλού στρατιώτη Σβέικ». Σαν το
Χάσεκ, κι ο Χράμπαλ δε βάζει γάντια για να κοροϊδέψει. Το
χιούμορ του δεν είναι σαλονίστικο, έχει την απλότητα και την
αμεσότητα της λαϊκής καυστικότητας. Μα δεν έχει ποτέ την
παραμικρή διάθεση να θίξει με κακία. Είναι γεμάτος αγάπη για
τον άνθρωπο, πιστεύει στον άνθρωπο, μεταχειρίζεται όμως τη
δύναμη της πένας του για να καυτηριάσει καθετί ψεύτικο,
υποκριτικό, ταρτούφικο. To «Θέλετε να δείτε
τη Χρυσή Πράγα;» είναι μια συλλογή από διηγήματα με κεντρικό
άξονα την αλλοτρίωση, αλλοτρίωση πού σακατεύει δυστυχώς τα
λαϊκά στρώματα. Σκόπιμα μπερδεύει το χτες με το σήμερα για
να δείξει πώς η πηγή της αλλοτρίωσης, η μισθωτή εργασία,
παραμένει και κυριαρχεί. «... ξέρω πως οι άνθρωποι
που αγαπώ δείχνουν χοντροκομμένοι, άξεστοι και πολλές φορές
καταφεύγουν σε καραγκιοζίστικα φερσίματα για να κρύψουν, από
σεμνότητα, τα αισθήματά τους. Μα είναι με τέτοιους ανθρώπους
που μ’ αρέσει πιο πολύ να δουλεύω και να ζω. Γιατί αυτοί,
κάποια στιγμή, ξέσκισαν το πουκάμισό τους και μ’ αφήσανε να
δω την καρδιά τους. Και τότε είδα πως πάνω στην καρδιά τους
είχαν γραμμένα με διαμαντένια γράμματα αυτό που ψάχνουν και
στοχάζονται οι φιλόσοφοι. Μ’ αρέσουν οι τόποι που
συγκεντρώνουν πολλούς ανθρώπους, εκεί όπου σφυρηλατιέτ’ η
γλώσσα μας, εκεί οπού γεννιούνται καινούριες λέξεις, εκεί
όπου αποχτάνε νόημα οι καινούριες εκφράσεις, εκεί οπού
ρωτάν’ οι άνθρωποι ο ένας τον άλλο ποιος είναι ή ποιος θα
’θελε να ’ναι. Κι οποίος γνωρίζει τους ανθρώπους, αυτός
ξέρει πως δεν είν’ απλό, γιατί ο λόγος είναι σκέψη, σκέψη
που ξεχύνεται απ’ το στόμα και σκοπεύει στην κατανόηση και
στη σιωπή...»
|